Σε πολύ γρήγορο χρόνο, παρά την τότε ψηφιακή αδυναμία της χώρας, αντιμετωπίστηκε το θέμα της επανένταξης των παιδιών στην εκπαιδευτική διαδικασία μετά την εκδήλωση της πανδημίας και κατά τη διάρκεια των καραντινών, όπως επισήμανε σήμερα η υφυπουργός Παιδείας Ζέτα Μακρή, από το βήμα του 7ου Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών.

Η υφυπουργός συμπλήρωσε δε ότι το ψηφιακό κεκτημένο της πανδημίας θα λειτουργήσει «συμπληρωματικά και επιταχυντικά» προς την δια ζώσης εκπαίδευση, βοηθώντας στην οικοδόμηση του σχολείου του μέλλοντος, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα την αντικαταστήσει.

54.000 συν 40.000 ψηφιακές τάξεις

«Αν ο ψηφιακός κόσμος ήταν σε πολλά πεδία ο πραγματικός κόσμος για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, στην πρωτοβάθμια δεν ήταν το ίδιο εύκολο (να πετύχουμε αυτό το αποτέλεσμα). Καταφέραμε όμως, σε μια εκπαιδευτική κοινότητα άνω του 1,6 εκατ. ατόμων, να έχουμε στα νηπιαγωγεία και τα δημοτικά 54.000 καθημερινές τάξεις ταυτόχρονα, και στα γυμνάσια και τα λύκεια 40.000, ενώ όλοι οι εκπαιδευτικοί ήταν εγγεγραμμένοι στο πανελλήνιο σχολικό δίκτυο», σημείωσε η κ. Μακρή.

Αναφέρθηκε ακόμα, μεταξύ άλλων, στην πρόσβαση που δόθηκε δωρεάν σε διεθνή πλατφόρμα εκπαίδευσης και τηλεδιασκέψεων, στο γεγονός ότι 83.000 εκπαιδευτικοί επιμορφώθηκαν πάνω στην εξ αποστάσεως εκπαίδευση, αλλά και στη χορήγηση 90.000 φορητών υπολογιστών και vouchers, στην αναβάθμιση ψηφιακών συνδέσεων και οπτικής ίνας κτλ.

«Με 453 εκατ. από το Ταμείο Ανάκαμψης θα δώσουμε πόρους για εργαστήρια ρομποτικής, θα ενισχύσουμε τον τεχνολογικό εξοπλισμό των σχολείων, και ήδη αξιοποιούμε 30 εκατ. για ενίσχυση δραστηριοτήτων ρομποτικής και STEM (επιστήμη, τεχνολογία, μηχανική, μαθηματικά)», σημείωσε, ενώ ειδική μνεία έκανε και στα εργαστήρια δεξιοτήτων και τα νέα προγράμματα σπουδών, που ενισχύουν τόσο τις «μαλακές δεξιότητες» των μαθητών, όπως η ομαδική εργασία και η συναισθηματική νοημοσύνη, όσο και τα τυπικά τους προσόντα σε τομείς όπως οι τεχνολογίες αιχμής και η ρομποτική.

Τηλεργασία και τηλεκπαίδευση δύο (ή και περισσότερων) ταχυτήτων

Στις μεγάλες αλλαγές που συντελέστηκαν, λόγω της πανδημίας, στην αγορά εργασίας, με σημαντική αύξηση της τηλεργασίας, αλλά και μετακινήσεις εργαζομένων σε άλλες περιοχές, αναφέρθηκε από την πλευρά της η Λάμια Καμάλ Χάουι (Lamia Kamal Chaoui), διευθύντρια στο Κέντρο Επιχειρηματικότητας του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ).

Όπως είπε, ενώ τα ποσοστά απομακρυσμένης εργασίας στη γεωγραφική περιοχή της αρμοδιότητάς της κυμαίνονταν προ πανδημίας γύρω στο 16%, έφτασαν μετά την εκδήλωσή της στο 37% κι αυτή η διαδικασία δεν ήταν ούτε ομαλή ούτε ισότιμη, αφού ωφέλησε κατά κύριο λόγο συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων (εξειδικευμένους, που μπορούσαν να τηλεργαστούν), μεγάλες επιχειρήσεις και συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές.

«Η δυναμική της απομακρυσμένης εργασίας μέσα σε διάφορες περιοχές της ίδιας χώρας μπορεί να διαφοροποιείται κατά 20 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ η αντίστοιχη διαφορά ανάμεσα τις αστικές και τις αγροτικές περιοχές μπορεί να φτάσει και το 30% και αυτό είναι θέμα υποδομών. Εκεί υπάρχει μεγάλο χάσμα ανάμεσα στα αστικά κέντρα και τις περιοχές της υπαίθρου. Στα πρώτα, το 85% των νοικοκυριών έχουν πρόσβαση σε γρήγορο ίντερνετ, ενώ στις αγροτικές περιοχές, κατά μέσο όρο, την ίδια δυνατότητα έχει μόνο ένα στα τρία νοικοκυριά», επισήμανε και πρόσθεσε ότι υπάρχουν αγροτικές ή απομακρυσμένες περιοχές όπου η πλειονότητα των κατοίκων δεν έχει καν πρόσβαση σε υπολογιστή, κάτι που καθιστά την τηλεργασία και την τηλεκπαίδευση αδύνατες. Για την αντιμετώπιση αυτού του χάσματος, όπως είπε, απαιτείται πολιτική βούληση για υποδομές και κίνητρα.

Ως προς το αν στην επόμενη ημέρα θα υπάρξουν μετακινήσεις εργαζομένων προς άλλες περιοχές, η κ. Καμάλ Χάουι παρουσίασε διαφορετικά πιθανά σενάρια, που περιλαμβάνουν πρώτον μεγάλης κλίμακας μετακίνηση από τα αστικά κέντρα προς άλλες περιοχές, δεύτερον, το λεγόμενο «φαινόμενο του ντόνατ», με μετοίκηση ανθρώπων γύρω-γύρω από τις πόλεις, στα προάστιά τους, αλλά και, τρίτον, καμία αλλαγή ως προς τις εργασιακές συνήθειες. Πιθανό είναι όμως να επικρατήσει τελικά και το υβριδικό μοντέλο εργασίας που θα συνδυάζει τηλεργασία και φυσική παρουσία στον εργασιακό χώρο, προς όφελος και του περιβάλλοντος.

Η καραντίνα καταλύτης για την τεχνολογική επανάσταση στο ελληνικό δημόσιο

Την εκτίμηση ότι η φάση της πρώτης καραντίνας στην Ελλάδα λειτούργησε σαν καταλύτης για την επανάσταση της τεχνολογίας στο ελληνικό δημόσιο, που πέτυχε πάρα πολλά πράγματα σε πολύ σύντομο χρόνο, διατύπωσε ο δήμαρχος Τρικάλων, Δημήτρης Παπαστεργίου, πρόεδρος της Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων (ΚΕΔΕ). Πρόσθεσε ότι χρειάζεται να βρεθεί το μέτρο, ώστε οι πόλεις, «που δεν δομήθηκαν για αγχωμένους εργαζόμενους» να γίνουν πιο ανθρώπινες, κρατώντας και το κομμάτι της απομακρυσμένης εργασίας όπου αυτό είναι εφικτό, ενώ επισήμανε ότι, στην εποχή που η τηλεργασία αποκτά μεγαλύτερη παρουσία στη ζωή μας και μιλάμε και για ψηφιακούς νομάδες, χρειάζεται να γίνει δουλειά στο πεδίο των υποδομών (π.χ. στις σταθερές επικοινωνίες), αλλά και στην ενίσχυση των τεχνολογικών δεξιοτήτων, ώστε να υπάρχει πρόσβαση στα οφέλη της τεχνολογίας για όλους τους πολίτες, συμπεριλαμβανομένων των μεγαλύτερων σε ηλικία.

Κατά τον Αντρέας Σλάιχερ (Andreas Schleicher), επικεφαλής της Διεύθυνσης Εκπαίδευσης και Δεξιοτήτων του ΟΟΣΑ, η πανδημία απέδειξε ότι είναι εφικτό η τεχνολογία να ενσωματωθεί στην εκπαίδευση και να μεταμορφώσει την εκπαιδευτική διαδικασία, όχι αντικαθιστώντας το ανθρώπινο μέρος της, αλλά πολλαπλασιάζοντας τις δυνατότητες των εκπαιδευτικών και δίνοντάς τους το περιθώριο να αναδειχθούν παράλληλα σε μέντορες και «προπονητές». Συγχρόνως, η τεχνολογία μπορεί -όπως είπε- να επανεντάξει την αξιολόγηση στην εκπαίδευση, ώστε να υπάρξει συνολική βελτίωσή της.

Τη συζήτηση συντόνισε ο μόνιμος αντιπρόσωπος στον ΟΟΣΑ και καθηγητής επί τιμή του Πανεπιστημίου της Σορβόννης Γιώργος Πρεβελάκης.

Πηγή: newsbeast.gr